logotype

Μορφές ειρωνείας & σάτιρας στο διήγημα “Ο Ζαχαρωτός” του Edgar Allan Poe

Share this post
FaceBook  Twitter  

eapsmall

     Το διήγημα του Poe “Ο Ζαχαρωτός” (στα αγγλικά “Bon – Βon”) είναι ο τίτλος της δεύτερης έκδοσης του κειμένου, που πρωτοδημοσιεύτηκε με τίτλο “Το χαμένο παζάρεμα” (“The Bargain Lost”)[1] το Δεκέμβριο του 1832 στην εφημερίδα Philadelphia Saturday Courier[2]. Το διήγημα ακροβατεί μεταξύ ειρωνείας και σάτιρας, κλίνοντας πότε προς τη μία και πότε προς την άλλη πλευρά, έχοντας πάντα μια σαφή πρόθεση: τη διακωμώδηση της βαθιάς διανόησης και όλων των ακραίων και αντικρουόμενων φιλοσοφικών θέσεων με πρώτες την Ύλη και την Ιδέα.

     Ο Πέτρος Ζαχαρωτός δεν είναι ένας τυπικός ιδιοκτήτης εστιατορίου· φημίζεται για τις εξαιρετικές γαστρονομικές συνταγές του αλλά και για την ιδιότυπη διατύπωση μεταφυσικών φιλοσοφικών θεωριών. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ δέχεται επίσκεψη από το διάβολο και οι δυο τους δε μοιράζονται μόνο φιλοσοφικές σκέψεις γύρω από την ψυχή αλλά και πολύ κρασί. Ο διάβολος δεν αργεί να παζαρέψει την ψυχή του ήρωα όμως ο Ζαχαρωτός, αν και μεθυσμένος, τον αιφνιδιάζει και, όπως είναι επόμενο, δε μένει ατιμώρητος για αυτό.

      Ο Poe, σε αντίθεση με τις ιστορίες τρόμου, όπου καταφεύγει στην αγγλική γλώσσα, στα κριτικά του δοκίμια συνηθίζει να χρησιμοποιεί γαλλικές λέξεις ή και ολόκληρες φράσεις. Από τον τίτλο ακόμη του διηγήματος που εξετάζουμε, φανερώνεται η παιγνιώδης διάθεση του συγγραφέα, καθώς το όνομα Bon Bon αποτελεί λεκτική ειρωνεία μέσω του υπονοουμένου. Κρύβει μια δισημία και δηλώνει με έμμεσο τρόπο τη διττή ιδιότητα του ήρωα: δε σημαίνει απλά Ζαχαρωτός αλλά αποτελεί και επανάληψη της πολυσήμαντης λέξης “καλός”, που μάλλον υπαινίσσεται πως ο Πέτρος δεν ήταν καλός μόνο στη μαγειρική αλλά και στη διατύπωση φιλοσοφικών θεωριών.

     Συγκεκριμένα, από την αρχή του διηγήματος ο Poe επιστρατεύει τη σάτιρα, που είναι η βασικότερη μορφή στρατευμένης ειρωνείας. Κύριο στόχο έχει να σχολιάσει κριτικά έναν ανθρώπινο τύπο, στο πρόσωπο του οποίου σατιρίζεται μέσω της υπερβολής το σύνολο των ανθρώπων που αυτός αντιπροσωπεύει. Με γενναιόδωρες δόσεις σαρκασμού σχηματίζει μια εικόνα προκειμένου να γελοιοποιήσει τους φιλοσόφους, κυρίως τους γερμανούς μεταφυσικούς, αλλά και τους σχολαστικούς της σύγχρονης φανταστικής μυθιστοριογραφίας[3]

Το ότι ο Πέτρος Ζαχαρωτός υπήρξε ένας restaurateur με ασυνήθιστα προσόντα, κανένας άνθρωπος, που, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, σύχναζε στο μικρό καφέ στο cul-de-sac Le Febre, στη Ρουέν, δεν θα αισθανόταν, φαντάζομαι, ότι έχει την ευχέρεια να αμφισβητήσει. Το ότι ο Πέτρος Ζαχαρωτός υπήρξε εξίσου χαρισματικός και στη φιλοσοφία εκείνης της περιόδου είναι, υποθέτω, ακόμα πιο εξαιρετικά αδιαμφισβήτητο.[4]

   Οι τίτλοι των φιλοσοφικών πραγματειών του ήρωα συγκεκριμενοποιούν τις διακειμενικές αναφορές (“Περί Φύσεως”, “Περί Ψυχής”, “Περί Πνεύματος”) και τους φιλοσόφους που μπαίνουν στο στόχαστρο του συγγραφέα. Αυτοί δεν είναι άλλοι από τους Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Λουκρήτιο, Pascal και La Fontaine:[5]

 Τα pates a la fois του ήταν πέραν αμφιβολίας άσπιλα· αλλά τι είδους πένα μπορεί να δικαιώσει τα δοκίμια του sur la Nature - τους στοχασμούς του sur l' Ame— τις πα­ρατηρήσεις του sur l' Esprit;[6]

     Στη συνέχεια, ο Poe με την τεχνική της ασυμφωνίας, που προκύπτει από τα αντιφατικά λεγόμενά του, πετυχαίνει να σατιρίσει στο πρόσωπο του ήρωα το δυσνόητο και συχνά ακατανόητο λόγο των φιλοσόφων. Αρχικά, άρει - κάνοντας αποστροφή στον αναγνώστη - τις πνευματικές ικανότητες του Ζαχαρωτού, αφού προηγουμένως τις έχει υπερτονίσει.

 Ο Ζαχαρωτός είχε εξερευνήσει βιβλιοθήκες που κανένας άλλος άνθρωπος δεν διε­ρεύνησε· είχε διαβάσει περισσότερο από οποιονδή­ποτε άλλον που είχε καλλιεργήσει την ιδέα της ανάγνωσης· είχε κατανοήσει περισσότερα απ' όσα οποιοσδήποτε άλλος θα είχε συλλάβει τη δυνατότη­τα να κατανοήσει· και, παρόλο που, ενώ μεσουρα­νούσε, δεν έλειπαν κάποιοι συγγραφείς στη Ρουέν που θα ισχυρίζονταν ότι «τα dicta του δεν κατα­δείκνυαν ούτε την αγνότητα της Ακαδημίας, ούτε την εμβρίθεια του Λυκείου»· αν και, προσέξτε με, τα δόγματα του σε καμία περίπτωση δεν γίνονταν γενικώς κατανοητά, ωστόσο αυτό δεν συνεπαγόταν ότι ήταν δύσκολα στην κατανόηση. Το γεγονός πως πολλά άτομα οδηγήθηκαν στο να τα θεωρήσουν δυσνόητα οφειλόταν, νομίζω, στο αυταπόδεικτο τους.[7]

 Στη συνέχεια, προσωποποιεί την ειρωνεία κάνοντας συγκεκριμένη αναφορά και υποτιμητική σύγκριση του Καντ με τον ήρωα ενώ, παράλληλα, δεν παραλείπει να καυτηριάσει την κομπορρημοσύνη και την αυτάρεσκη τάση των αυτόκλητων “αυθεντιών”:

 Στο Ζαχαρωτό —και ας μην το προεκτείνω περισσότερο—, στον Ζαχαρωτό είναι που ο ίδιος ο Καντ οφείλει τα περισσότερα για τη μεταφυσική του. (…) Ο Ζαχαρωτός υπήρξε κατηγο­ρηματικά ένας... Ζαχαρωτιστής.[8]

     Ο συγγραφέας συνεχίζει την παρουσίαση του Ζαχαρωτού όχι τόσο για να ολοκληρώσει το χαρακτήρα του ήρωα στα μάτια του αναγνώστη αλλά γιατί αναζητά και άλλες ευκαιρίες για να ειρωνευτεί τους διανοούμενους· και τις βρίσκει. Διατυπώνει μια ειρωνική ρητορική ερώτηση, την οποία στη συνέχεια αναδιπλώνει και καταφατικά, ενώ, συμπληρωματικά, στα πλαίσια της λεκτικής ειρωνείας, κάνει σκόπιμη χρήση λατινισμών και δε διστάζει να κατηγορήσει μέσω του επαίνου το σύνολο των μεγάλων ανδρών:

        Εάν ο Πέτρος Ζαχα­ρωτός είχε τις αποτυχίες του - και ποιος μεγάλος άνδρας δεν είχε χίλιες; Αν ο Πέτρος Ζαχαρωτός, λέγω, είχε τις αποτυχίες του, αυτές υπήρξαν απο­τυχίες ελαχίστης σημασίας - λάθη, στην ουσία, τα οποία, σε περιπτώσεις άλλων χαρακτήρων, έχουν συχνά αντιμετωπιστεί μάλλον υπό το φως των αρε­τών. Όσον αφορά σε ένα από αυτά τα τρωτά ση­μεία, δεν θα το είχα αναφέρει σ' αυτή την ιστορία αν δεν έπαιζε έναν αξιοσημείωτα πρωταρχικό ρόλο - το απώτατο alto relievo - το οποίο ξεχώριζε από την όλη ήρεμη επιφάνεια της γενικής του διάθεσης. Ποτέ δεν θα μπορούσε να αφήσει χαμένη μια ευκαι­ρία για παζάρεμα.[9]

        Ο Poe αναφέρει τα “τρωτά σημεία” του Ζαχαρωτού, επικεντρώνοντας στην αδυναμία του για παζάρεμα αλλά και στο αλκοόλ. Το σχήμα συνεκδοχής “η τάση για το μπουκάλι” συνοδεύεται από ειρωνεία μέσω της γενίκευσης: ο συγγραφέας διατυπώνει το γενικευτικό σχόλιο ότι η αγάπη για το κρασί χαρακτηρίζει όλους τους εμβριθείς άντρες.

 Για παράδειγμα, υπάρχουν λίγοι άνδρες εξαιρετικής εμβρίθειας που αποδεδειγμένα να ενδίδουν στην τάση για το μπουκάλι. Είτε αυτή η τάση είναι μια συναρπαστική αιτία, είτε, μάλλον, η ισχύουσα απόδειξη μιας τέ­τοιας εμβρίθειας, είναι καλό να αναφέρεται.(…) Κατά τις στιγμές της απομόνωσης του, το Vin de Bourgogne είχε την κα­θορισμένη ώρα του, ενώ υπήρχαν και οι κατάλλη­λες στιγμές για το Cotes du Rhone. Με αυτόν, το Sauterne ήταν σε σχέση με το Medoc ότι ήταν ο Κάτουλλος σε σχέση με τον Όμηρο. Θα διασκέδαζε με ένα συλλογισμό ρουφώντας ένα St. Peray, αλλά θα ανέπτυσσε κάποιο επιχείρημα υπό την επήρεια ενός Clos de Vougeot, και θα ανέτρεπε μια θεωρία υπό το χείμαρρο ενός Chambertin.[10]

Ένα αναπάντεχο παράδοξο είναι ότι ο Poe παρουσιάζει την ίδια “διαισθητική διορατικότητα” που διέπει τα δοκίμια του Ζαχαρωτού να χαρακτηρίζει και τις ομελέτες του. Η κωμική ελαφρότητα με την οποία παρουσιάζει τις δύο ιδιότητες του Ζαχαρωτού αμβλύνει την ασυμβατότητα μεταξύ των δύο ρόλων του και δίνει τη δυνατότητα σάτιρας μέσω της αντίθεσης:

Κι όμως, εντρυφώντας σε μια ροπή τόσο αλη­θινά κλασική, δεν πρέπει να υποτεθεί ότι ο restau­rateur θα έχανε από το οπτικό του πεδίο εκείνη τη διαισθητική διορατικότητα, η οποία συνήθιζε να χαρακτηρίζει, την ίδια ακριβώς στιγμή, τα essais του και τις omelettes του.[11]

     Στη συνέχεια του διηγήματος ο Poe καταφεύγει στη δήθεν αθώα ειρωνεία και σε άλλον ένα λατινισμό, για να σχολιάσει την ελιτίστικη συμπεριφορά κάποιων διανοουμένων, που συναναστρέφονταν μόνο σε συγκεκριμένα μέρη – “ιερά” - αποκλειστικά ανθρώπους του πνεύματος και μάλιστα τους πιο ιδιοφυείς:

Η είσοδος στο μικρό καφέ του cul-de-sac Le Febre ήταν, την εποχή της ιστορίας μας, σαν είσοδος στο sanctum ιδιοφυών ανθρώπων.[12]

Έπειτα, ο συγγραφέας, ειρωνεύεται μέσω της μεγαλοποίησης συνηθισμένων γεγονότων της καθημερινότητας. Παρουσιάζει τις αντιδράσεις της γάτας και του σκύλου του Ζαχαρωτού, ως ενδείξεις σεβασμού προς το υψηλό πνεύμα του, ενώ στην πραγματικότητα δεν πρόκειται παρά για τυπικές συμπεριφορές τετραπόδων:

 Ακόμα και η ίδια του η γάτα το ήξερε και φρόντιζε να κουνάει γρήγορα την ουρά της όταν ήταν παρών ο άνθρωπος του πνεύματος. Το μεγάλο του τσοπανόσκυλο ήταν συνηθισμένο στο γεγονός και, όταν το αφεντικό του πλησίαζε, πρόδιδε την αίσθηση της κατωτερότητας του με αξιοσέβαστη συμπεριφορά, χαμήλωνε τα αυτιά και κατέβαζε την κάτω σιαγόνα του, κάτι όχι εντελώς ανάξιο λόγου για έναν σκύλο.[13]

      Παράλληλα, ο Poe κάνει μια παραπλανητική τοποθέτηση: ενώ δηλώνει εκ προοιμίου ότι δε θα σχολιάσει την εξωτερική εμφάνιση του Ζαχαρωτού, την ίδια στιγμή κάνει άρση της θέσης του, καθώς με μεγάλες δόσεις υφολογικής ειρωνείας και πάντα δυνητικά, ειρωνεύεται κάθε παραμικρή λεπτομέρεια της εμφάνισης του ήρωα σε μια τεράστια παράγραφο μιάμισης σελίδας:

 Θα μπορούσα εδώ – εάν έτσι με ευχαριστούσε – να πλατειάσω επί του θέματος της ενδυμασίας και άλλων απλών λεπτομερειών της εξωτερικής εικόνας του μεταφυσικού. Θα υπαινισσόμουν ότι τα μαλλιά του ήρωά μας ήταν κοντοκομμένα (…) ότι οι παντούφλες του ήταν σε ένα φωτεινό μενεξεδί (…) ότι το ουρανί του πανωφόρι, που θύμιζε στο σχήμα χλαίνη (…) και ότι το Tout ensemble του προκαλούσε τα εξής αξιοπρόσεκτα λόγια της Benevenute.[14]

      Τελικά, ο Poe στην πράξη κάνει ακριβώς το αντίθετο: προβαίνει σε ένα σκόπιμα πλατύ σχολιασμό του φαίνεσθαι του ήρωα, για να διαστρεβλώσει κωμικά μέσω της παραμορφωτικής γραφής του το στερεοτυπικό μοντέλο φιλοσόφου. Άλλοτε με αστεϊσμούς και άλλοτε με υπερβολές, περιγράφει εξονυχιστικά το Ζαχαρωτό, ίσως για να διατυπώσει το σχόλιό του αναφορικά με τη φθαρτό της Ύλης σε αντίθεση με το διηνεκές της Ιδέας. Μάλιστα στο τέλος της παραγράφου και αφού έχει περιγράψει διεξοδικά τον ήρωα, εμπαίζει τον αναγνώστη με την αυτοαναίρεση των γραφομένων του ενώ συγχρόνως βρίσκει λαβή για να κριτικάρει την πρώιμη εμφάνιση του ρεαλισμού στο πρόσωπο των συγγραφέων ιστορικών μυθιστορημάτων:

 Θα μπορούσα, λέω, να μακρηγορήσω επί όλων αυτών των σημείων εάν με ευχαριστούσε· αλλά αντιστέκομαι· τις απλώς προσωπικές λεπτομέρειες πρέπει να τις αφήσω για τους συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων· αυτοί είναι κάτω από την ηθική αξιοπρέπεια του πραγματισμού.[15]

      Σε αυτό το σημείο δεν είναι τυχαία η προσφώνηση του Ζαχαρωτού ως “μεταφυσικού”. Με φαινομενικά αθώα ειρωνεία ο Poe παρωδεί όχι μόνο το κίνημα του Υπερβατισμού αλλά και τη δυτική λογιοσύνη στο σύνολό της.[16] Με σκόπιμη υφολογική ειρωνεία πετυχαίνει να αντιπαραθέσει τη σοβαρή πλευρά του πνεύματος (φιλοσοφία) με τη φαιδρή (σάτιρα).[17] Παραθέτοντας ονομαστικά σχολές και εκπροσώπους, διάσπαρτα σε όλο το έργο, πλήττει αμφότερες τις πλευρές της διανόησης και τις κοσμοθεωρίες τους.

     Τραγελαφικά ξεδιπλώνεται η περιγραφή του εσωτερικού χώρου του cul-de-sac Le Febre, αφού προηγουμένως ο Poe αυτοσαρκάζεται και σαρκάζει για άλλη μια φορά τους ιδιοφυείς ανθρώπους:

 Έχω πει πως «το να μπαίνεις στο καφέ στο cul-de-sac Le Febre ήταν σαν να μπαίνεις στο sanctum ενός ιδιοφυούς ανθρώπου»· μα, έπειτα, μόνο ο ιδιο­φυής άνθρωπος θα μπορούσε να αποτιμήσει τα προ­τερήματα του sanctum.

 Κατά την περιγραφή του εσωτερικού χώρου ο συγγραφέας καταφεύγει σε αλλεπάλληλες λεκτικές ειρωνείες. Οι εξαιρετικά ευρηματικοί συνδυασμοί αντιφατικών ονοματικών συνόλων, από μίξεις φιλοσοφικών και μαγειρικών όρων, έχουν ως αποτέλεσμα την ειρωνεία καταστάσεων και συγκεκριμένα ειρωνεία των αντιφάσεων και της δυσαρμονίας. Το αποτέλεσμα κρίνεται πετυχημένο, καθώς παρωδείται το διαδεδομένο προφίλ του τυπικού διανοούμενου και προσδίδεται σοβαροφανής επίφαση στον ουσιαστικά γελοίο διάκοσμο του καφέ του Ζαχαρωτού:

      Στη γωνία διαγωνίως απέναντι, ξεδιπλώνονταν, μεταδίδοντας την αίσθηση άμεσης οικειότητας μεταξύ τους, η κουζίνα και η bibliothéque έδεσμα πολεμικής κειτόταν ειρηνικά πάνω στο κομοδίνο. Από δω ήταν ακουμπισμένη μία φουρνιά Ηθικής τελευταίας σοδειάς κι εκεί ένα τσουκάλι βιβλία mélanges σχήματος 12ου. Τόμοι γερμανικής ηθι­κολογίας ήταν κολλημένοι στη σχάρα - μια πιρούνα για ψήσιμο μπορούσε να βρεθεί πλάι πλάι με τον Ευσέβιο - ο Πλάτωνας ακουμπούσε νωχελικά μέσα στο τηγάνι - και σύγχρονα του χειρόγραφα ήταν αγκιστρωμένα πάνω στη σούβλα. 

     Η αυτοϋποτιμητική ειρωνεία συνεχίζεται, όταν ο Poe υπονομεύει τα ίδια του τα έργα και συγκεκριμένα τις γοτθικές ιστορίες τρόμου. Ο τρόπος που παρουσιάζει το χωροχρόνο στης συνάντησής του Ζαχαρωτού με το Διάβολο, υπό άλλες συνθήκες, θα δημιουργούσε υποβλητική ατμόσφαιρα αλλά τα κωμικά στοιχεία λειτουργούν ανασταλτικά.

     Ήταν μια από εκείνες τις τρομακτικές βραδιές τις οποίες συναντά κανείς μόνο μία ή δυο φορές σε κάθε αιώνα. Χιόνιζε μανιασμένα και το σπίτι τρανταζόταν συθέμελα με τα ρεύματα αέρα που, καθώς ορμούσαν από τις ρωγμές του τοίχου και ξεχύνονταν ορμητικά από την καμινάδα, κουνούσαν τρομακτικά τις κουρτίνες του κρεβατιού του φιλο­σόφου και αποδιοργάνωναν την οικιακή τάξη των τηγανιών του για paté και των χαρτιών του.[18]

     Η σάτιρα γίνεται εντονότερη όταν κάνει την εμφάνιση του ο Διάβολος. Στην αρχή της στιχομυθίας ο κυνισμός διαδέχεται την ειρωνεία κυρίως εξαιτίας της έκπληξης, της αφέλειας και της άγνοιας του Ζαχαρωτού, που αυτόματα τοποθετεί σε θέση υπεροχής το Διάβολο:

Ήταν έτσι απασχολημένος για μερικά λεπτά όταν ξαφνικά «Δεν βιάζομαι, Monsieur Ζαχαρωτέ», του ψιθύρισε μια κλαψιάρικη φωνή στο δωμάτιο.

«Διάβολε!», αναφώνησε ο ήρωας μας, αφού στά­θηκε στα πόδια του, αναποδογυρίζοντας το τραπέζι στο πλάι του, και κοίταξε γύρω του με έκπληξη.

«Πολύ αληθινό», απάντησε ήρεμα η φωνή.

«Πολύ αληθινό! Τι είναι πολύ αληθινό; Πώς ήρθες εσύ εδώ;», εκστόμισε ο μεταφυσικός, καθώς το μάτι του έπεσε πάνω σε κάτι που κειτόταν απλωμένο πάνω στο κρεβάτι

     Αντίστοιχη με την περιγραφή της εξωτερικής εμφάνισης του Ζαχαρωτού, που συνεχίζεται ν’ αποκαλείται “μεταφυσικός”, είναι η παρουσίαση του Διαβόλου αν και καταλαμβάνει το διπλό αριθμό σελίδων. Μάλιστα, ο Poe μετά από δυόμιση (!) σελίδες εκτεταμένης περιγραφής, παρωδεί τον ίδιο το Διάβολο ενώ εμπαίζει τον αναγνώστη καθώς διαλέγεται μαζί του:

Για να μην τα πολυλογούμε, η κατασκευή των ποδιών του επισκέπτη του ήταν επαρκώς αξιοπρόσεκτη - διατη­ρούσε ελαφρά (πάνω στο κεφάλι του ένα υπερβολικά ψηλό καπέλο-, υπήρχε ένα τρεμουλιαστό πρήξιμο στο πίσω μέρος της βράκας του - και η δόνηση από την ουρά του παλτού του αποτελούσε χειροπιαστό γεγονός. Κρίνετε, λοιπόν, με τι αισθήματα ικανο­ποίησης ο ήρωας μας βρέθηκε έτσι αμέσως με την παρέα ενός ατόμου για το οποίο πάντοτε έτρεφε τον πιο ανεπιφύλακτο σεβασμό.[19]

     Στο σημείο αυτό γίνεται σκόπιμη αντιστροφή των ρόλων και ο Διάβολος προσφέρει κρασί στο Ζαχαρωτό, γεγονός που εκ των υστέρων θα αποδειχθεί μοιραίο σε βάρος του (Διαβόλου), καθώς θα του στερήσει την ευνοϊκή έκβαση του παζαρέματος. Παρόλα αυτά η ένταξη του μοτίβου του αλκοόλ, θα χαρίσει πολλές κωμικές στιγμές στο έργο:

Και ευθύς ο καλεσμένος αυτοεξυπηρετήθηκε παίρνοντας κρασί από το τραπέζι και, ξεχειλίζο­ντας ένα ποτήρι για τον Ζαχαρωτό, του ζήτησε να το πιει χωρίς ενδοιασμούς και να αισθανθεί εντελώς σαν στο σπίτι του. [20]

     Στο μεταξύ καθόλη τη διάρκεια της στιχομυθίας ο Διάβολος αποκαλύπτει αλαζονικά πως είναι αυτός που κρύβεται πίσω από τις φιλοσοφικές θεωρίες των σπουδαιότερων πνευμάτων, όπως του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα, του Οράτιου, του Βιργιλίου κ.α.:

Δίνοντας στο λάμδα ένα χτύπημα με το δάχτυ­λο μου, το αναποδογύρισα. Έτσι η πρόταση τώρα λέει “ὁ νοῦς ἐστίν αὖγος” και είναι, όπως αντιλαμβάνεσαι, το βασικό δόγμα της μεταφυσικής.[22]

Ήξερες τον Πλάτωνα, Ζαχαρωτέ;... α! όχι, σου ζητώ χίλια συγγνώμη. Με συνάντησε στην Αθήνα, μια μέρα, στον Παρθενώνα, και μου είπε ότι τον απασχολούσε μια ιδέα. Του υπέδειξα να γράψει ότι “ὁ νοῦς ἐστίν ἂυλος”. Είπε ότι θα το έκανε και πήγε σπίτι, ενώ εγώ πετάχτηκα μέχρι τις πυραμίδες.[23]

Λίγο πριν το τέλος της συνάντησης ο Διάβολος παρωδείται άλλη μια φορά εξαιτίας της άγνοιας του “μεταφυσικού”, ο οποίος συγχέει τον ήχο του πλαταγιάσματος της ουράς του Διαβόλου με αυτόν του σκύλου του:

Ωστόσο, έπεσε στην αντίληψη του ένας παράξενος ήχος στο δωμάτιο σαν κούνημα ουράς. Αυτό, αν και εξαιρετικά απρε­πές εκ μέρους της Μεγαλειότητας του, ο φιλόσοφος δεν το πρόσεξε καθόλου - απλώς, κλότσησε το σκύλο και του ζήτησε να κάτσει ήσυχος.[24]

     Ο Διάβολος συνεχίζει λέγοντας πως έχει γευτεί τις ψυχές ποικίλων ιδιοφυών, θυμίζοντας μ’ αυτό τον τρόπο τη μια από τις ιδιότητες του Ζαχαρωτού όπως ο Ζαχαρωτός ήταν ένας ιδιόμορφος εστιάτορας έτσι και ο Διάβολος “μαγείρευε” και γευόταν τις ψυχές των ανθρώπων. Η σάτιρα, που εντείνεται στο πρόσωπο του Ιπποκράτη, προεκτείνεται και στον “επισκέπτη”, που πλέον θυμίζει καρικατούρα του φαουστικού Διαβόλου:

 «Τι θα έλεγες για έναν -χικ!- γιατρό;»

«Μην τους αναφέρεις! — φτου! φτου!» (Στο σημείο αυτό η Μεγαλειότητα του ανακατεύτηκε έντονα.) «Δεν έχω δοκιμάσει παρά μόνο έναν, τον αχρείο τον Ιπποκράτη!- βρομούσε μηδικό σίλφιο - φτου! φτου! φτου! Άρπαξα κι ένα κρύο πλένοντας τον στα ύδατα της Στυγός - και στο τέλος με κόλλησε και cholera - morbus».

«Βρε τον... χικ!... ελεεινό!», ξεστόμισε ο Ζαχα­ρωτός, «το... χικ!... έκτρωμα κουτιού χαπιών!» - και ο φιλόσοφος άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει.[25]

      Τέλος, η σάτιρα αγγίζει το μαύρο χιούμορ, γιατί σε αυτό το παζάρεμα ανθρώπου – Διαβόλου, ο τελευταίος αποτυγχάνει και καθίσταται κωμικοτραγικός, ηττημένος ενός γραφικού μεθυσμένου “μεταφυσικού” εστιάτορα του οποίου την ψυχή δεν μπόρεσε ποτέ να εξαγοράσει. Ο Ζαχαρωτός δε θεωρεί την ψυχή άυλη και ζητά χρήματα επιτόπου, παγιδεύοντας τον ανυποψίαστο Διάβολο, που αποχωρεί άπραγος. Το παράδοξο, οι διαδοχικές υφολογικές ειρωνείες αλλά και το σχήμα δυσαρμονίας σε σχέση με το συμβατικά μοντέλα φιλοσόφου – διαβόλου αναζωπυρώνουν τη σάτιρα λίγο πριν “σβήσει”:

«Η δική μου ψυχή είναι περιέργως επιδέξια για... χικ!... ένα...»

«Τι, κύριε;»

«Κοκκινιστό».

«Χα!»

«Σουφλέ».

«Ε!»

«Φρικασέ».

«'Οντως».

«Ραγκού και fricandau... και, βλέπετε εδώ, καλέ μου κύριε! Θα σας την εκχωρήσω... χικ!... με ένα παζάρεμα». Στο σημείο αυτό ο φιλόσοφος χτύπησε τη Μεγαλειότητα του στην πλάτη.

«Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ κάτι τέτοιο», είπε ο τελευταίος ήρεμα, αφού ανασηκώθηκε από το κάθισμα του. Ο μεταφυσικός κοίταξε.

«Είμαι εφοδιασμένος επί του παρόντος», είπε η Μεγαλειότητα του.

«Χικ!... ε;», είπε ο φιλόσοφος.

«Δεν έχετε χρήματα στο χέρι».

«Τι;»

«Εκτός αυτού, πολύ αναξιοπρεπές εκ μέρους μου...» «Κύριε!»

«Να εκμεταλλευτώ...»

«Χικ!»

«Την παρούσα σας αηδιαστική κατάσταση που δεν ταιριάζει σε κύριο»

     Η εκδίκηση του Διαβόλου, ο οποίος σκοτώνει το Ζαχαρωτό ρίχνοντας πάνω του το φωτιστικό, δεν αρκεί για να διασκεδάσει την ήττα του. Αντίθετα, αμβλύνει περισσότερο τη βαρύτητά της, γιατί παρουσιάζει το πανούργο (;) πνεύμα του Διαβόλου να χάνει την ψυχραιμία του και να συμπεριφέρεται μικροπρεπώς. Αν και ο Ζαχαρωτός μεθά, ο Διάβολος είναι αυτός που χάνει κάθε ίχνος νηφαλιότητας και μαζί με αυτήν το παζάρεμα της ψυχής του “θύματος”, που αν και υπό την επήρεια του αλκοόλ, τελικά παγιδεύει το Διάβολο στην ίδια του τα δίχτυα.

     Όπως γίνεται φανερό ο Poe επιφυλάσσει εκπλήξεις ακόμη και στον πιο μυημένο αναγνώστη. Η απαράμιλλη ικανότητά του στη συγγραφή ιστοριών τρόμου και φαντασίας δεν του στερεί σε καμία περίπτωση την οξυδέρκεια της κριτικής οπτικής του. Στα διηγήματα τρόμου, μυστηρίου και φαντασίας ο Poe έχει σαφή και επαναλαμβανόμενη στοχοθεσία: φαίνεται να επιδιώκει πολύ προσεκτικά η επενέργεια της ειρωνείας να αγγίζει τους αναγνώστες σε ένα αρχετυπικό παράλογο επίπεδο φόβου και συγχρόνως σχεδόν σε ένα παρασυνειδησιακό επίπεδο διανοητικής και φιλοσοφικής αντίληψης του παράλογου.[26] Στο σατιρικό διήγημα “Ο Ζαχαρωτός” ισχύουν όλα τα παραπάνω - διυλισμένα μέσα από το φίλτρο της σάτιρας προσώπων και ειρωνείας καταστάσεων.

     Αστείος, λεπτολόγος, διασκεδαστικός, σατιρικός παίζει με τις λέξεις και πετυχαίνει να παρουσιάσει με φαιδρότητα τις θέσεις των φιλοσόφων αλλά ακόμη και το Διάβολο, μεγεθύνοντας τα τρωτά του κάτω από το μεγεθυντικό φακό της σάτιρας. Η σατιρική διάθεση αλλά και η ποικιλόμορφη διαλεκτική ειρωνεία (καυστικότητα και σαρκασμός), ανάλογα με την εκάστοτε πρόθεση του Poe, κινητοποιεί και διεγείρει το τον αναγνώστη. Ο αμερικανός συγγραφέας, ενώ αναδεικνύει το οξύ κριτικό πνεύμα του παράλληλα, στα πλαίσια της ρομαντικής ειρωνείας, γίνεται και ο ίδιος αποδέκτης της σάτιρας που καλλιεργεί.

 

Γαλάτεια Βασιλειάδου, 2010



[1] Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Ο σατιρικός Πόε, Διηγήματα, Εισαγωγή – Μετάφραση – Σχόλια Νίκος Μαυρέλος, Σοκόλης, Αθήνα, 2005, σ. 33.

[2] http://www.questia.com/PM.qst?a=o&d=8954032

[3] G.R. Thompson, Poe’s Fiction, Romantic Irony in the Gothic Tales, Τhe University of Wisconsin Press, London, 1973, p. 47 (Μεταφραστική απόπειρα δική μου).

[4] Έντγκαρ Άλλαν Πόε, ό. π., σ. 125 -126.

[5] Ό. π., σ. 38.

[6] Ό. π., σ. 126.

[7] Ό. π., σ. 126 – 127.

[8] Ό. π., σ. 127.

[9] Ό. π., σ. 128.

[10] Ό. π., σ. 130 - 131.

[11] Ό. π., σ. 130.

[12] Ό. π., σ. 131.

[13] Ό. π..

[14] Ό. π.., σ. 132 – 133.

[15] Ό. π., σ. 134.

[16] Ό. π., σ. 25.

[17] Ό. π., σ. 35.

[18] Ό. π., σ. 136

[19] Ό. π., σ. 141

[20] Ό. π., σ. 146

[21]  Ό. π., σ. 150

[22] Ό. π., σ. 147

[23] Ό. π., σ. 148

[24] Ό. π., σ. 152

[25] Ό. π., σ. 153

[26] G.R. Thompson, ό. π., σ. 14 (Μεταφραστική απόπειρα δική μου).

 

Share this post
FaceBook  Twitter