logotype

Vincent van Gogh1

Vincent van Gogh2

Vincent van Gogh3

Γαλάτεια Βασιλειάδου

Share this post
FaceBook  Twitter  

xlora diamantia

Από τις δίνες του Αισθητισμού στην άβυσσο του Μεταμοντερνισμού:

 το μυθιστορηματικό σύμπαν του Θανάση Τριαρίδη

από την Κουπέλα μέχρι τα Χλωρά Διαμάντια

 

Αντιάγγελμα και Αποδιδαχή

   Δύο βασικές έννοιες που χαρακτηρίζουν το μυθιστορηματικό έργο του Θανάση Τριαρίδη από το πιο όψιμο μυθιστόρημα Τα Χλωρά Διαμάντια μέχρι και τους προπομπούς Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα[1] και Τα Μελένια Λεμόνια είναι το αντιάγγελμα και η αποδιδαχή. Στη συνέχεια θα γίνει μια σύντομη ανάλυση των δύο παραπάνω όρων αλλά και μια απόπειρα προσέγγισης του κόσμου που προτείνουν τα Χλωρά Διαμάντια, με επικέντρωση στο Post- που χαρακτηρίζει εν γένει το βιβλίο, δηλαδή στο μεταμοντερνισμό, τη μεταμυθοπλασία, τη μεταμόρφωση και τη μετανεωτερικότητα.

   Από την αρχή θα ήταν καλό να επισημανθεί πως το αντιάγγελμα αποτελεί μόνο ένα υποσύνολο του αντι-κόσμου που δομεί ο Τριαρίδης και συνδέεται άμεσα με τις έννοιες χαμός και αποδιδαχή. Αν κάποιος διαβάσει συνολικά το έργο του συγγραφέα θα διαπιστώσει πως από την Κουπέλα του 2000 μέχρι και τα Χλωρά Διαμάντια του 2011 συνομιλεί με τα λεγόμενα ιερά κείμενα αποδοκιμάζοντάς τα. Αυτή η τάση υπονόμευσης διαρρηγνύει την ορθόδοξη αφήγηση θυμίζοντας την ευαγγελική απαξίωση που ξεκίνησαν λογοτέχνες και κινήματα του 19ου αιώνα (Ρομαντισμός, Αισθητισμός, Βυρωνισμός, Γοτθική Λογοτεχνία). Συγκεκριμένα, ο Τριαρίδης αρνείται τις ευαγγελικές αφηγήσεις που επιβεβαιώνουν την έλευση του θεανθρώπου στη γη και αντιστρέφει την αναγγελία του χαρμόσυνου μηνύματος για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους από το Θεό. Σε δοκίμιό του εξηγεί πως αποκηρύσσει τα Ευαγγέλια, γιατί σκλαβώνουν και χειραγωγούν τους ανθρώπους με θεόπνευστους κανόνες που φυλακίζουν τα λανθασμένα πάθη[2].

   Όλα τα παραπάνω επιβάλλουν την εισαγωγή του αντιαγγέλματος, καθώς υπάρχοντες όροι όπως το δυσαγγέλιο, δεν περιγράφουν επαρκώς αφενός την αποχριστιανοποίηση που συντελείται στα κείμενα του Τριαρίδη και αφετέρου τον εξοβελισμό των καθιερωμένων ορθόδοξων σχημάτων από τη δημιουργική του έκφραση. Στην Κουπέλα, στα Μελένια Λεμόνια, στην τετραλογία Το τρυφερό μαχαίρι του Πέτρο Μπόλε και άλλες ιστορίες δακρύων αλλά και στα Χλωρά Διαμάντια, ο Τριαρίδης δεν ευαγγελίζεται καμία σωτηρία αλλά το ζοφερό χαμό και όχι απλώς απενοχοποιεί αλλά επιζητά τα ανθρώπινα πάθη, αυτά, δηλαδή, που τα ιερά κείμενα ονόμασαν αμαρτία. Το τριαριδικό αντιάγγελμα αναλύεται εκτενώς στη μεταπτυχιακή μου διατριβή Όροι αντιστροφής των ευαγγελικών αφηγήσεων στο μυθιστόρημα “Ο άνεμος σφυρίζει στην Κουπέλα” του Θανάση Τριαρίδη από όπου και ακολουθεί μια πειραγμένη ανασύνθεση.

   Αρχικά, ο όρος αποδιδαχή χρησιμοποιήθηκε από τον Τριαρίδη προκειμένου να περιγράψει πώς ο Κάφκα από τη μια αποδομεί τις διδαχές της παράδοσης του κόσμου του, δηλαδή τις (εβραϊκές) ηθικές παραβολές που σώζουν και από την άλλη δομεί μια παραβολή που δε σώζει μα οδηγεί στο χαμό[3]. Είναι -πλέον μετά τα Χλωρά Διαμάντια- εκατοντάδες τα παραδείγματα στο έργο του Τριαρίδη που φανερώνουν την τάση του συγγραφέα να διαλύσει τις κατηχημένες αλληγορικές διηγήσεις περί ηθικής. Βασικός άξονας της αποδιδαχής στον Τριαρίδη είναι το τρίπτυχο χαμού - ερεθισμού μεταμόρφωσης, που συνοψίζεται στην έννοια γκάβλα, η οποία δεν αποτελεί μέσο εντυπωσιασμού, ύβρη ή έκφραση χυδαιότητας αλλά βασικό πυρήνα της σκέψης του συγγραφέα. Πρόκειται για μια συνειδητή διανοητική επιλογή στην προσπάθειά του να δηλώσει την υπέρτατη σεξουαλική έκσταση, που δεν μπορεί να χωρέσει στις λέξεις επιθυμία, έρωτας, πάθος ή ηδονή γιατί αναπτύσσεται στον πιο στενό πυρήνα της ατομικότητάς μας και ως τέτοια δεν μπορεί να οριοθετηθεί, να υπαχθεί σε καμιά θεωρία, να κανονιστεί και να συστηματοποιηθεί όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο συγγραφέας στο δοκίμιο Μαρκήσιος ντε Σαντ ή τα υπόγεια του χριστιανισμού.

   Είναι γεγονός ότι η τριαριδική γκάβλα αποτελεί το θεμελιώδες αντιάγγελμα που οδηγεί στην άρνηση του ευαγγελικού σχεδίου και συνδέεται με τη βεβαιότητα του χαμού, με τον ερεθισμό της ψυχής που προεκτείνεται αυτόματα στη σωματική διέγερση αλλά και με το μεταμορφωσιακό αίτημα της φαντασίας. Στο αντι- μεσσιανικό του πλάνο κατευθυντήρια αρχή αναψηλάφησης του ευαγγελικού σύμπαντος δεν είναι η ζωή αλλά η αντίστροφη κίνηση: η ενόρμηση θανάτου που κατά το Φρόιντ δεν ενώνει αλλά καταστρέφει τα πάντα[4].

   Για παράδειγμα, η κεντρική ηρωίδα της Κουπέλας ορίζει ως βασική προϋπόθεση ζωής την ύπαρξη μέσα στη δίνη της ανθρώπινης ήττας και της πτώσης, που παράλληλα αποτελεί έλξη για τη ζωή. Η Δομένικα προτείνει το χάσιμο μέσα στη γκάβλα ως μονόδρομο των ζώντων που θέλουν να αντιπαλέψουν το κενό της μεγάλης απώλειας, ως μοναδικό τρόπο άμβλυνσης του πόνου, που γεννιέται από τη συνειδητοποίηση του επερχόμενου τέλους. Στο μυθιστορηματικό κόσμο του Τριαρίδη η έμφυτη ορμή του ανθρώπου για ερωτικό σμίξιμο προτάσσεται ως διαταρακτική δύναμη που είναι ανεξάρτητη από τη διδαχή και γι’ αυτό δεν υπόκειται σε νουθεσίες και κατηχήσεις. Ο αυθόρμητος ερεθισμός της ψυχής διεγείρει το σώμα και αντίστροφα, με αποτέλεσμα η διέγερση να εκτείνεται πέρα από τη θλίψη, πέρα από το χρόνο και το φόβο, πέρα από τη μοναξιά, πέρα από τη μεγάλη σύντηξη του κόσμου[5]. Η σύντομη εξακτίνωση των ερεθισμένων ανθρώπων στο άχρονο και άτοπο της γκάβλας αποτελεί αποθέωση της προσωρινότητας.

  Επομένως, ο συγγραφέας προάγει την αχαλίνωτη βίωση των ανθρώπινων λειτουργιών, αποσυνδέοντας την ηδονή από την τιμωρία για το προαιώνιο αμάρτημα και συσχετίζοντάς την με την απόδραση από το μεσσιανικό σχέδιο σωτηρίας. Με αυτό τον τρόπο ξεβολέυει τον αναγνώστη αποσταθεροποιώντας τα ιστορικά, πολιτισμικά, ψυχολογικά και αξιακά βάθρα του[6].

 

Χλωρά Διαμάντια

 

   Από την πρώτη στιγμή που ο αναγνώστης κρατά στα χέρια του το βιβλίο εντύπωση του προκαλεί ο εκτενής τίτλος αλλά και τα σχόλια του εξωφύλλου: Του γνωστού συγγραφέα * τα χλωρά διαμάντια * το δειλινό των γκαβλωμένων ανθρώπων, γραμμένο από τον μοναδικό που θα μπορούσε να το γράψει. ~ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ: δειλινά 1 – 333.

   Γιατί Βιβλίο Πρώτο - δειλινά 1 - 333; Επειδή ο Τριαρίδης φιλοδόξει τα Χλωρά Διαμάντια να είναι το μεγαλόπνοο έργο του, καθώς έπεται η έκδοση άλλων δύο βιβλίων με τα υπόλοιπα δειλινά, το Βιβλίο Δεύτερο – δειλινά 334–666 και το Βιβλίο τρίτο και έσχατο – δειλινά 667–1000. Χίλια όσες οι μέρες που απαιτούνται για να γίνει ένα διαμάντι χλωρό, όπως πληροφορούμαστε στην πορεία της ανάγνωσης.

   Τι είναι τα Χλωρά Διαμάντια; Ρητά μέσα στα δειλινά ως Χλωρά Διαμάντια αναφέρονται οι τρυφερές κλειτορίδες των γυναικών[7] που όμως σκοτώνουν ή ένα αδιέξοδο Παιχνίδι Αποκλειστικού Περιβάλλοντος[8]– ένα NOG- αρχικά του Nο Out Game, που έρχεται από το μέλλον και καταστρώνεται για να αφανίσει. Κατά τα άλλα τα Χλωρά Διαμάντια μπορούν να είναι η τραγωδία του σύγχρονου ανθρώπου, μια μόλυνση αλήθειας, η πείνα του ανθρώπου για τον άνθρωπο ή ό, τι αντιλαμβάνεται ο καθένας αφού διαβάσει το βιβλίο.

   Το βιβλίο αποτελείται από ιστορίες μονοσέλιδες, δισέλιδες, τρισέλιδες και γενικά ολιγοσέλιδες και του οποίου η περίληψη δεν μπορεί να γίνει.   Ξεκινά με Κατάρες προς όλους, κατάρες-παγίδες σε βάρος όσων πειράξουν αλλά και όσων δεν πειράξουν τις ιερές ιστορίες. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα και ο αναγνώστης έχει ήδη ρουφηχτεί μέσα στο βιβλίο. Στη συνέχεια, έπονται τρεις Προειδοποιήσεις, γιατί η ανάγνωση των ιστοριών κρύβει τρείς κινδύνους: το θάνατο, τη λήθη και την αθανασία. Πριν καν ξεκινήσει το κυρίως μέρος, ο συγγραφέας από τις πρώτες έξι σελίδες αρχίζει ήδη να συνομιλεί με τα Έπη, την Ιστορία, τη Θεολογία, τη Ζωγραφική και τη Λογοτεχνία, προμηνύοντας τι θα ακολουθήσει στις επόμενες εξακόσιες πενήντα σελίδες.

   Σε πρώτη ανάγνωση ο Τριαρίδης βαδίζει στο δρόμο των Μεταμορφώσεων του Οβιδίου, δηλαδή κάνει μια συνολική αναφορά στον κόσμο της Λογοτεχνίας με διάθεση ανατροπής του. Στην πραγματικότητα – κι έχοντας πλήρη επίγνωση της άποψης που διατυπώνω - πηγαίνει τη δημιουργική ανακατασκευή του Οβιδίου παραπέρα, γιατί δεν περιορίζεται μόνο στην ανασύνθεση του λογοτεχνικό χώρου. Συγκεκριμένα, κάνει ένα RESET – μια επανεκκίνηση-  στον παραδεδομένο κόσμο και δομεί έναν αντι-κόσμο σε όλες τους τις εκφάνσεις. Δηλαδή, προβαίνει σε αλυσιδωτές ανατροπές όσων γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για το χώρο και τους πρωταγωνιστές: της Ποίησης, της Πεζογραφίας, του Έπους, της Τραγωδίας, της Μυθολογίας, του Θεάτρου, της Ζωγραφικής, της Αρχιτεκτονικής, της Σκηνοθεσίας, της Αγιογραφίας, της Μουσικής, του Τραγουδιού, της Στιχουργίας, της Σύνθεσης, της Όπερας, της Γλυπτικής, των Κινούμενων Σχεδίων, της Υποκριτικής, της Ιστορίας, της Φιλοσοφίας, της Πολιτικής, της Ψυχολογίας, της Θεολογίας, της Γεωγραφίας, της Ιατρικής, της Ζωολογίας, της Φυσικής, της Χημείας, ακόμη και της Αλχημείας.

   Ο αναγνώστης των Χλωρών Διαμαντιών καλείται να ξεπλέξει το δίκτυο διακειμενικοτήτων που εμπλέκονται στην αναγνωστική διαδικασία, προκειμένου να βρει το νόημα του κειμένου ή ακόμη σωστότερα να αναμετρηθεί με την α-νοησία της ύπαρξης, με αυτό που  το λήμμα για το Μεταμοντερνισμό στον Abrams ονομάζει επισφαλή μετεωρισμό των βεβαιοτήτων[9]. Η έκδηλη αγωνία του συγγραφέα να ανακαλύψει και να κατανοήσει την αλληλουχία μεταξύ των ανθρώπων, των πραγμάτων και της ιστορίας γεννά ένα βιβλίο - Hypertext γεμάτο υπερσυνδέσεις. Η εκτενέστερη υπερσύνδεση περιγράφει την αποδιοργάνωση του κόσμου έτσι όπως τον γνωρίζουμε και την περιγραφή ενός νέου, αυτού των Επινοημένων. Μέγας Επινοητής αρχικά του εαυτού του και έπειτα της ανθρωπότητας είναι ο Καλλίμαχος, που όπως μαθαίνουμε εκτός από γραμματικός ήταν και χταποδάνθρωπος. Ένα άλλο σπουδαίο υπερκείμενο των Χλωρών Διαμαντιών προτείνει το μελλοντικό project της Σύνδεσης, δηλαδή της επικοινωνίας των ανθρώπων μέσω ενός Παγκόσμιου Εγκεφάλου. Παραθέτω μέρος του Δειλινού 42[10], για την κατανόηση τόσο της Σύνδεσης όσο και του κόσμου που προτείνει ο συγγραφέας:

 

Αναμφίβολα η Σύνδεση ήταν το συγκλονιστικότερο γεγονός της ανθρώπινης Ιστορίας – ουσιαστικά η οριακή τομή της, το πέρασμα από τον ιστορικό στον μετα-ιστορικό χρόνο… Εξάλλου, από την πρώτη στιγμή, οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι του καιρού της στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων: την ονόμασαν Απόληξη όλων των Φυσικών Δράσεων, Σημείο Μηδέν, Τελείωση  (δηλαδή: το φιλοσοφικό τέλος) του Ανθρώπου, Απαρχή του Μεγάλου Όντος, Αποθέωση του Παγκόσμιου Εγκεφάλου. Φυσικά η χρονιά της Σύνδεσης, το 2091 μ.Χ., αποτέλεσε το καινούργιο όριο μέτρησης του χρόνου – έκτοτε (και απολύτως δικαιολογημένα) ο χρόνος χωρίζεται στα χρόνια προ της Σύνδεσης και στα χρόνια μετά τη Σύνδεση.

(…)  εκείνο που έγινε στο Έτος Μηδέν ήταν αληθινά μεγαλειώδες, καθώς τότε συνδέθηκαν τα εγκεφαλικά κύτταρα των ανθρώπων αναμεταξύ τους – κι αυτό έγινε κατορθωτό με τους λεγόμενους μικρονευρώνες, τα πρώτα τεχνητά ζωντανά κύτταρα που μπορούσαν να εκπέμψουν σήματα. (…) Έτσι, την εαρινή ισημερία του 2091 μ.Χ. έγινε το μεγαλύτερο ανθρώπινο βήμα μες στους αιώνες: μέσα σε οκτώμισι λεπτά, ακριβώς όσο κράτησε το ηλιοβασίλεμα στον πρώτο μεσημβρινό, η ανθρωπότητα έγινε ένας τεράστιος εγκέφαλος με δισεκατομμύρια εγκεφάλους, που σκέφτονταν, αισθάνονταν, ονειρεύονταν, τρόμαζαν, επιθυμούσαν, όλοι μαζί πια…

Το δίχως άλλο, επρόκειτο για την αληθινή αδελφοσύνη (…) Πλέον αρκούσε κάποιος να το επιθυμήσει, και όλη η γνώση, όλες οι μνήμες, όλες οι επιθυμίες, όλοι οι φόβοι, όλοι οι ομολογημένοι και ανομολόγητοι φόβοι, όλα τα ένστικτα και όλα τα όνειρα των υπόλοιπων δισεκατομμυρίων της ανθρωπότητας ήταν στη διάθεσή του. Πλέον όλοι ζούσαν τη ζωή των άλλων: πια τίποτε δεν υπήρχε μυστικό, τίποτε δεν ήταν ανομολόγητο. Πλέον κανένας δεν ήταν μόνος – και κανένας δεν ήταν μόνο ο εαυτός του…

Γιατί, από τη στιγμή της Σύνδεσης κι έπειτα, οι άνθρωποι ενώθηκαν σε κάτι πολύ μεγαλύτερο – έγιναν ένα, μια μεγάλη παλλόμενη καρδιά. Έγιναν ο ίδιος ο Θεός.

Και βέβαια, όπως κάθε Θεός, έτσι κι αυτός βασανίζεται συνεχώς (με εμμονή θεϊκή, που λέμε) από το ίδιο ερώτημα: Άραγε υπάρχει στ’ αλήθεια ή μήπως όχι; – μήπως είναι μονάχα μια έωλη σκέψη, μια χαζοϊδέα, το τυφλό απελπισμένο σούρσιμο ενός χουγιαγμένου;

 

   Ειδολογικά το έργο φαίνεται να ακροβατεί. Θα μπορούσε να θεωρηθεί Έπος εξαιτίας της αφηγηματικής έκτασης και των θαυμαστών πράξεων των ηρώων αλλά­ η απόρριψη του επικού κανόνα, η απουσία θεών, οι αντιήρωες και το αντιδιδακτικό ύφος το καθιστούν περισσότερο Αντιέπος ή Επική Παρωδία. Κάλλιστα θα μπορούσε να θεωρηθεί και Πορνογραφία, καθώς το τρίπτυχο της τριαριδικής αποδιδαχής ερεθισμός – μεταμόρφωση – χαμός είναι πανταχού παρόν.

   Ακόμη, τα Χλωρά Διαμάντια μπορούν να θεωρηθούν παιδί του Αισθητισμού αλλά και του ζοφερού Ρομαντισμού, αφού οι φοβεροί και αυτοκαταστροφικοί αντιήρωες αγαπούν να τρώνε και να φαγώνονται. Η ενσωμάτωση εξωπραγματικών καταστάσεων και μαγικών στοιχείων με πλαίσιο ένα ανοίκειο περιβάλλον θα μπορούσε να κατατάξει το έργο και στο Μαγικό Ρεαλισμό, που πριμοδοτεί το μύθο σε βάρος της πραγματικότητας. Τα Χλωρά Διαμάντια κινούνται αναμφίβολα και στο χώρο του Φανταστικού, κυρίως της επιστημονικής φαντασίας, που στον Τριαρίδη αποτελεί αναθεώρηση των Γραφών αλλά και της δαντικής Θεολογίας. Ενδεικτική είναι μία από τις παράλληλες ιστορίες των Χλωρών Διαμαντιών, που λαμβάνει χώρα στα χρόνια μετά το 2092 μ.Χ., όταν η εξέλιξη της τεχνολογίας γεννά μια εναλλακτική πραγματικότητα:

 

 

Κάτι έγινε μέσα στη Σύνδεση (κάτι στράβωσε; – κάτι πατήθηκε;) και μπλέχτηκαν οι φύσεις των πραγμάτων κι ανακατώθηκαν οι ώρες και τα χρόνια και οι αιώνες κι ήρθανε τα πάνω κάτω. Οι μέρες έπαψαν να ξημερώνουν, απλώθηκε παντοτινό σούρουπο που οδηγούσε τους ανθρώπους σε αυτοφαγικά παραληρήματα, ζώα απέκτησαν ανθρώπινη συνείδηση και ομιλία, ολογράμματα άρχισαν να σαπίζουν ενώ ζούσαν – εξάλλου δεν υπήρχε θάνατος, υπήρχε μόνος αιώνιος ξύπνιος. Άντρες φυτεύτηκαν μέσα σε σώμα γυναικών και το αντίστροφο – λύκοι μπήκαν στο σώμα μωρών παιδιών και μυαλά σοφών σκήνωσαν μέσα σε σαύρες. Πάρα πολλοί βρέθηκαν να ζούνε πριν από τους γεννήτορές τους και να στρέφονται εναντίον τους: γυναίκες να ρουφάνε τα έμβρυα που ήταν οι μανάδες τους, εξωγήινοι να αφανίζουν με ρουφήχτρες γαλαξίες, από τους οποίους αργότερα θα γύρευαν τη σωτηρία, ο Αντίχριστος ήρθε πριν από τον Χριστό, οπότε κι αυτός έφτιαξε ένα κουκούλι γύρω του κι έγινε πεταλούδα, το Χταπόδι έφαγε το μικρό αγόρι που θα γινόταν αυτός που το γέννησε… Τα όρια ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία καταργήθηκαν: πλέον πάρα πολλοί από τους ανθρώπους υπήρχαν μοναχά ως διανοητική μνήμη μέσα στη Σύνδεση καθώς οι πρόγονοί τους είχαν ήδη αφανιστεί. (…)

 

   Η πολυειδία των Χλωρών Διαμαντιών φανερώνει ότι το βιβλίο κινείται στα ρευστά όρια του Μεταμοντερνισμού. Την παραπάνω διαπίστωση ενισχύει ένα σύνολο από συγγραφικές διακινδυνεύσεις όπως η υπερπληροφόρηση, η αναίρεση, η αντιφατικότητα, η περιπλοκότητα, ο αναστοχασμός της ιστορίας, και η αποδομημένη διαχείριση του υλικού. Έντονο στο έργο είναι και το στοιχείο της μεταμόρφωσης, που αγγίζει ακόμη και την τερατογένεση, βασικό χαρακτηριστικό της μετανεωτερικότητας, που αγαπά να αποθεμελιώνει την ενότητα και να ανασυνθέτει όλες τις εκφάνσεις και αντιφάσεις του δυτικού πολιτισμού.

   Άλλα στοιχεία μεταμοντερνισμού που χαρακτηρίζουν το έργο είναι η διακειμενικότητα, η ειρωνεία, η παιγνιώδης διάθεση και η επικόλληση πολλαπλών αντιφατικών στοιχείων προκειμένου να αναπαρασταθεί γλαφυρά η χαοτική πραγματικότητα. Επίσης, ο χρόνος της αφήγησης είναι διακεκομμένος και δαιδαλώδης, τέτοιος που αναδεικνύει και συγχρόνως παρωδεί την πολυμάθεια του αινιγματικού παντογνώστη αφηγητή. Όσον αφορά τη διαχείριση του χρόνου στο έργο θαρρεί κανείς -και θα δανειστώ μια φράση από το 4ο Δειλινό- πως δεν υπάρχει παρελθόν και παρόν και μέλλον – υπάρχει ένα πράγμα όλο μαζί[12].

   Τα Χλωρά Διαμάντια κινούνται στα όρια και της μεταμυθοπλασίας, που είναι κυρίως ιστοριογραφική. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας στήνει ένα κειμενικό παιχνίδι αναθεώρησης με σκοπό να μυθοποιήσει ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα ενώ δε λείπει και το στοιχείο της αυτοαναφορικότητας. Δηλαδή, σε πολλά δειλινά ο αφηγητής σχολιάζει τον τρόπο συγγραφής των Χλωρών Διαμαντιών και βάζει το βιβλίο να μιλήσει για τον εαυτό του. Στα σημεία αυτά είναι έντονο το στοιχείο της αυτοπαρωδίας, που όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς ξεκινά από το εξώφυλλο(!).

   Ο Τριαρίδης σκαλίζει τις στάχτες που απέμειναν από τις μαζικές εξοντώσεις και τους ολέθριους ολοκληρωτισμούς του 20ου αιώνα. Αποτέλεσμα αυτής της αναμόχλευσης είναι ένα λογοτεχνικό υβρίδιο που περιγράφει ένα σύμπαν φτιαγμένο από τα υλικά της εποχής: τον κατακερματισμό της ταυτότητας και τον αποκεντρωμένο εαυτό. Έχοντας επίγνωση της αδυναμίας διαχείρισης αυτού του χάους, το παρωδεί και αυτοπαρωδείται, φάσκει και αντιφάσκει, παίζει αλλά και γίνεται παίγνιο. Εντέλει, εγκλωβίζει τον εαυτό του σε ένα Παιχνίδι Αποκλειστικού Περιβάλλοντος από όπου άπαξ και μπήκες, δεν μπορείς να ξαναβγείς.

   Κλείνοντας, θεωρώ ότι τα Χλωρά Διαμάντια είναι το σπουδαιότερο έργο του Θανάση Τριαρίδη και πιστεύω ακράδαντα πως με αυτή την τριλογία θα κερδίσει μια θέση ανάμεσα στους κλασικούς. Για μένα την έχει κερδίσει ήδη.

 

 

Γαλάτεια Βασιλειάδου, 2013

 

 

 



[1] Στο εξής θα αναφέρεται Κουπέλα

[2]Δεν είμαι υπέρ νέων Ευαγγελίων ή Κεφαλαίων που θα ξανασκλαβώσουν τους ανθρώπους· είμαι υπέρ μιας νέας ανάγνωσης των ευαγγελίων και των τραγωδιών τους (ας πούμε: ανάγνωση του Τζιότο, του Δάντη, του Μπουναρότι, του Σέξπηρ, του Ντοστογιέφσκι, του Βαν Γκογκ, του Κάφκα και του Πρίμο Λέβι) που δεν θα χειραγωγείται πια από αλάθητους θεόπνευστους κανόνες, μα θα ελευθερώνει τα λανθασμένα πάθη - εκείνα που κάποτε φτάσανε τον Οιδίποδα στον Κολωνό. (Η σιωπή του Θεού, τα δάκρυα των ανθρώπων, 2004, Ηλεκτρονική έκδοση: http://www.triaridis.gr/keimena/keimA020.htm).

[3] Τα χέρια των ν’ αγγίζουν επάνω απ’ τα μαντήλια, Για τα ποιήματα του Καβάφη, 2004, 2005, 2008, Ηλεκτρονική έκδοση: http://www.triaridis.gr/keimena/keimA001.htm.

[4] J. Laplanche - J. B. Pontalis, Λεξιλόγιο της ψυχανάλυσης, Κέδρος, Αθήνα, 1986, σελ. 203.

[5] Θανάσης Τριαρίδης, Μαρκήσιος ντε Σαντ ή τα υπόγεια του χριστιανισμού, [2. Η γκάβλα], 2008, Ηλεκτρονική έκδοση: http://www.triaridis.gr/keimena/keimA029.htm.

[6] Ρολάν Μπαρτ (μτφρ. Φούλα Χατζιδάκη-Γιάννης Κρητικός), Απόλαυση του κειμένου, Ράππα, Αθήνα, 1973, σελ. 9.

[7] Θανάσης Τριαρίδης, Του γνωστού συγγραφέα * τα χλωρά διαμάντια * το δειλινό των γκαβλωμένων ανθρώπων, γραμμένο από τον μοναδικό που θα μπορούσε να το γράψει. ~ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ: δειλινά 1 – 333, Δειλινό 73, Οι διαμαντομούνες, σελ. 97.

[8] Ό. π., Δειλινό 53, Το νόγκι του Τριαρχίδη, σελ. 73.

[9] Abrams M.H. (μτφρ. Γιάννα Δεληβοριά, Σοφία Χατζηιωαννίδου), Λεξικό λογοτεχνικών όρων, Πατάκης, 2007, σελ. 275.

[10] Θανάσης Τριαρίδης, ό. π., Δειλινό 42, Η Σύνδεση, σελ. 60.

[11] Ό. π., Δειλινό 4, Reset, σελ. 18.

[12] Ό. π. 

Share this post
FaceBook  Twitter